Μια
χαρούμενη πεταλούδα, η Αφχάρ, παίζει με τη σκιά της που φαίνεται πάνω
στο καταπράσινο χορτάρι. Μια μαζεύει τα φτερά της, μια τα απλώνει,
ανεβαίνει, κατεβαίνει και στροβιλίζεται στον αέρα.
"Ό,τι και να κάνεις, δεν μπορείς να την πιάσεις, πάντα θα σου ξεφεύγει." την πειράζει ο ήλιος ...
Εκείνη πεισμώνει και γυρνάει την πλάτης στη σκιά για να μην τη βλέπει. Σύντομα κουράζεται όμως και πετάει προς τον ίσκιο ενός δέντρου για να ξεκουραστεί. Τότε μια άλλη σκιά, τρεμουλιαστή, εμφανίζεται και μπλέκεται με την δική της. Της φαίνεται αλλόκοτο το πέταγμά της, τρομαγμένο.
"Η σκιά σου είναι μεγάλη και με τρομάζει"
"Ό,τι και να κάνεις, δεν μπορείς να την πιάσεις, πάντα θα σου ξεφεύγει." την πειράζει ο ήλιος ...
Εκείνη πεισμώνει και γυρνάει την πλάτης στη σκιά για να μην τη βλέπει. Σύντομα κουράζεται όμως και πετάει προς τον ίσκιο ενός δέντρου για να ξεκουραστεί. Τότε μια άλλη σκιά, τρεμουλιαστή, εμφανίζεται και μπλέκεται με την δική της. Της φαίνεται αλλόκοτο το πέταγμά της, τρομαγμένο.
"Η σκιά σου είναι μεγάλη και με τρομάζει"
